πίσω
ΚοινοποίησηFacebookWhatsAppViberE-Mail
Πολιτιστικός Σύλλογος

Πανηγυρικός λόγος για τα πενήντα χρόνια

δημοσιεύθηκε

14. Αυγούστου 2026

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ «ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗΣ» ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΘΑΣΟΥ

Πανηγυρικός λόγος για τα πενήντα χρόνια

Θεολόγος Θάσου, 12 Αυγούστου 2026

Σεβαστοί προσκεκλημένοι, αγαπητοί συγχωριανοί, φίλοι του Θεολόγου,

Υπάρχουν επέτειοι που τις γιορτάζει κανείς με λόγια. Και υπάρχουν επέτειοι που τις γιορτάζει με μνήμη. Απόψε ας κάνουμε το δεύτερο.

Πενήντα χρόνια. Μισός αιώνας. Ένα χωριό ολόκληρο χωράει σε αυτόν τον αριθμό: γεννήσεις, κηδείες, γάμοι και ξενιτεμοί, χειμώνες που δεν τελείωναν ποτέ και Aύγουστοι σαν τον αποψινό.

Το 1977,  λίγοι άνθρωποι σε τούτο εδώ το χωριό αποφάσισαν να ιδρύσουν έναν σύλλογο, δεν είχαν τίποτα. Ούτε γραφείο, ούτε ταμείο, ούτε βεβαιότητα ότι θα κρατήσει.

Είχαν όμως κάτι που δεν αγοράζεται: την επίγνωση ότι ο τόπος τους αξίζει κάτι παραπάνω από το να επιβιώνει.

Ήταν μια εποχή που τα χωριά της Ελλάδας άδειαζαν. Τα παιδιά έφευγαν  στην Θεσσαλονίκη, την Αθήνα, τη Γερμανία. Τα σπίτια έκλειναν το ένα μετά το άλλο. Και μέσα σε εκείνη τη σιωπή, μερικοί άνθρωποι είπαν: όχι. Δεν θα αφήσουμε να μαραζώσει το χωριό,

Δεν ίδρυσαν σύλλογο για να περνούν καλά. Ίδρυσαν σύλλογο για να μη σβήσει κάτι.

Ελάχιστοι από αυτούς είναι απόψε μαζί μας. Ας τους χαρίσουμε αυτή τη στιγμή σιωπής μέσα μας — γιατί ό,τι κι αν πούμε εμείς, εκείνοι το είπαν πρώτοι, και μάλιστα χωρίς μικρόφωνο.

Πόσοι άνθρωποι πέρασαν από αυτόν τον Σύλλογο σε πενήντα χρόνια; Κανείς δεν τους μέτρησε ποτέ. Και ίσως έτσι πρέπει.

Η γυναίκα που έραψε με τα χέρια της μια φορεσιά και δεν ζήτησε ποτέ να γραφτεί τ’ όνομά της πουθενά.

Ο άνθρωπος που φόρτωσε καρέκλες πάνω σε ένα αγροτικό, τις ξεφόρτωσε, και ύστερα τις ξαναφόρτωσε τα μεσάνυχτα, όταν είχαν φύγει όλοι.

Η δασκάλα του χορού που περίμενε μέσα στο κρύο μήπως έρθουν και τα υπόλοιπα παιδιά.

Ο γέροντας που κάθισε μπροστά σε ένα μαγνητόφωνο και είπε όσα θυμόταν, για να μη φύγουν μαζί του. Οι μητέρες που έψησαν, οι πατεράδες που έβαψαν, τα παιδιά που κουβάλησαν, οι ξενιτεμένοι που έστειλαν από μακριά ό,τι μπορούσαν, μαζί με ένα σημείωμα: «για το χωριό».

Αυτοί οι άνθρωποι δεν βγήκαν σχεδόν ποτέ σε φωτογραφία. Δεν ανέβηκαν ποτέ σε εξέδρα. Δεν ζήτησαν ποτέ τίποτα.

Και όμως, αυτοί είναι ο Σύλλογος. Όχι το καταστατικό. Όχι η σφραγίδα. Αυτοί.

Θα ήταν αδύνατο να χωρέσει απόψε εδώ ολόκληρη η πορεία αυτών των πενήντα χρόνων. Ας θυμηθούμε όμως λίγα, για να θυμηθούμε τα υπόλοιπα.

Το Λαογραφικό Μουσείο, μέσα στο αρχοντικό του 1813 — ένα σπίτι που θα μπορούσε να είχε γκρεμιστεί και αντ’ αυτού έγινε μνήμη. Η παιδική χαρά. Ο εξοπλισμός του αγροτικού ιατρείου, που κάποιες φορές μετράει σε ζωές. Η ομάδα αιμοδοσίας, που ξεκίνησε ήσυχα και βραβεύτηκε το 2005 από το Νοσοκομείο Καβάλας. Η δανειστική βιβλιοθήκη. Το περιοδικό «Κουφόκαστρο». Η σημάνσεις του χωριού,  οι καθαρισμοί, οι διαλέξεις πανεπιστημιακών για τη φύση και τους υδροφόρους ορίζοντες του τόπου μας., ο καθαρισμός και ανάδειξη στους καταρράκτες, η αποκατάσταση του ιστορικού μονοπατιού: τα πεζούλια, η ξύλινη γέφυρα, η καμάρα του παλιού νερόμυλου στον δρόμος για την Κεφαλόγουρνα. Το πνευματικό κέντρο του Θεολόγου η προτομή του Χατζηγιώργη    κ.α. λ που δεν φάνηκαν ποτέ. Δεν γράφτηκαν σε καμιά εφημερίδα. Δεν χειροκροτήθηκαν. Έγιναν όμως. Και είναι εξίσου δικά μας.

Και το χορευτικό μας, που κρατάει μια κλωστή η οποία ξεκινάει από το 1960 — από τον Σύλλογο Κυριών και Δεσποινίδων, από το πρώτο βραβείο φορεσιάς στο φεστιβάλ της Δώρας Στράτου, από τις πρώτες ηχογραφήσεις θασίτικων τραγουδιών με τον Σιμών Καρά. Πενήντα, εξήντα χρόνια μετά, τα ίδια τραγούδια ακούγονται απόψε από παιδικά στόματα. Αυτό δεν είναι έθιμο. Αυτό είναι νίκη.

Επιτρέψτε μου, σε μια βραδιά όπως αυτή, να πω και κάτι που δεν είναι εύκολο να ειπωθεί σε βραδιά γιορτής.

Αγαπάμε τα πανηγύρια μας. Τα αγαπάμε αληθινά. Είναι από τα ωραιότερα πράγματα που έχει το ελληνικό χωριό: οι μυρωδιές, τα τραπέζια, οι παλιοί που σηκώνονται να χορέψουν και ξαφνικά γίνονται πάλι είκοσι χρονών. Χωρίς αυτά θα ήμασταν φτωχότεροι.

Ας το πούμε όμως καθαρά, μια φορά, απόψε που είμαστε όλοι μαζί:

Το πανηγύρι δεν είναι ο πολιτισμός. Είναι η γιορτή του πολιτισμού. Είναι το στεφάνι, όχι η ρίζα.

Το ερώτημα δεν είναι πόσος κόσμος ήρθε. Το ερώτημα είναι τι έμεινε την επόμενη μέρα.

Ο πολιτισμός είναι ό,τι μένει όταν σβήσουν τα φώτα και μαζευτούν τα τραπέζια.

Είναι το μονοπάτι που καθαρίστηκε και θα το περπατήσουν παιδιά που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί.

Είναι η πέτρινη βρύση που δεν την άφησαν να γκρεμιστεί.

Είναι το εγκαταλελειμμένο σχολείο που ξαναβρήκε φωνή.

Είναι το τοπικό προϊόν που απέκτησε όνομα και αξία.

Είναι η ιστορία του χωριού που καταγράφηκε λίγο πριν φύγει μαζί με τους τελευταίους ανθρώπους που τη θυμούνταν.

Και πάνω απ’ όλα, είναι ένα παιδί που έμαθε να αγαπάει τον τόπο του — όχι επειδή του το είπαμε, αλλά επειδή το έζησε.

Ίσως, λοιπόν, να ήρθε η ώρα να ξαναπούμε από την αρχή τι σημαίνει «πολιτιστικός σύλλογος».

Ένας πραγματικός πολιτιστικός σύλλογος δεν περιμένει την επιχορήγηση για να κινηθεί. Δημιουργεί. Συνεργάζεται. Οραματίζεται. Και όταν χρειαστεί, διεκδικεί.

Είναι εργαστήρι ιδεών και εθελοντισμού. Είναι φωνή για το περιβάλλον. Είναι σχολείο για τα παιδιά, εκεί όπου δεν φτάνει το σχολείο. Είναι η συνείδηση του τόπου του.

Γιατί ο πολιτισμός δεν είναι το χειροκρότημα μιας βραδιάς. Είναι η κληρονομιά που αφήνουμε.

Όλοι μας οφείλουμε να δίνουμε το «παρών» — άλλος με λίγα, άλλος με περισσότερα, ο καθένας κατά τη δύναμη και τη διάθεσή του. Κανείς δεν χρωστάει περισσότερα απ’ όσα μπορεί.

Ίσως, πράγματι, να μπορούσαν να είχαν γίνει περισσότερα, αν περισσότεροι είχαν προσφέρει περισσότερο.

Αυτό όμως δεν είναι ερώτημα για τους άλλους. Είναι ερώτημα που ο καθένας μας οφείλει να κάνει, σιωπηλά, στον εαυτό του:

«Εγώ τι έχω κάνει;»

Και την απάντηση δεν τη χρωστάμε ούτε στον Σύλλογο ούτε στο χωριό. Τη χρωστάμε πρώτα απ’ όλα στον ίδιο μας τον εαυτό.

Αγαπητοί μου,

Πενήντα χρόνια πριν, κάποιοι άνθρωποι άναψαν ένα μικρό φως σε τούτο εδώ το χωριό. Δεν μας ζήτησαν να το θαυμάσουμε. Μας το παρέδωσαν για να το κρατήσουμε αναμμένο.

Σε όσους έφυγαν: ευχαριστούμε. Το χωριό σάς θυμάται.

Σε όσους κρατούν ακόμη: καλή δύναμη. Ξέρουμε τι κοστίζει.

Και σε εσάς, τα παιδιά που μας ακούτε απόψε — σε εσάς ανήκουν τα επόμενα πενήντα χρόνια. Μην τα περιμένετε από άλλους.

Χρόνια πολλά στον «Χατζηγιώργη».

Χρόνια πολλά στον Θεολόγο.

Σας ευχαριστώ

Ο πρόεδρος Γιάννης Καραντέλος